ἑτερομήκης

ἑτερο-μήκης, ες,
A with sides of uneven length, i.e. oblong, X.Eq. 7.14; ἑτερόμηκες, τό, oblong rectangle, Arist.Cat.11a10, de An.413a17, Euc.1 Def.22.
2 of numbers, not square, i.e. produced by the multiplication of two unequal factors, as 6 = 3 x 2, Pl. Tht.148a, Plu. 2.367f; opp. ἰσόπλευρος (both of line and number), Arist. APo.73b1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερομήκης — with sides of uneven length masc/fem acc pl (attic epic doric) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερομήκης — όμηκες (Α ἑτερομήκης, όμηκες) αυτός που δεν έχει ίσο μήκος σε όλες τις διαστάσεις του, ο ανισομήκης, ο ανισόπλευρος («ετερόμηκες τετράπλευρο» ορθογώνιο, όχι όμως τετράγωνο) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο ετερομήκης (ενν. αριθμός) ο αριθμός, γινόμενο… …   Dictionary of Greek

  • ἑτερομήκει — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut dat sg ἑτερομήκεϊ , ἑτερομήκης with sides of uneven length dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκη — ἑτερομήκης with sides of uneven length neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκεις — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem acc pl ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομηκῶν — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκεσι — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκεσιν — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομήκους — ἑτερομήκης with sides of uneven length masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφιμήκης — ἀμφιμήκης, ες (ΑΜ) 1. άρτιος, ζυγός (αριθμός) 2. ισόμετρος κατά τα άκρα, αντίθ. ἐτερομήκης (για σχήματα). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + μήκης < μῆκος (πρβλ. ἐπιμήκης, εὐμήκης, ἰσομήκης, ὑπερμήκης κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.